Δουλεύοντας ένα έργο τέχνης

Απόσπασμα συνέντευξης με έναν γλύπτη από το Συμπόσιο Γλυπτικής 2008 στην 'Ανοιξη
Το έργο μας πήρε 23 μέρες για να γίνει. Πόσες ώρες το δουλεύαμε; Από τις 8 το πρωί ερχόμασταν εδώ και φεύγαμε στις 9 το βράδυ. Το συμπόσιο γίνεται για να έρχεται και κόσμος. Να έχει την δυνατότητα να δει με τα ίδια του τα μάτια πώς γίνεται ένα γλυπτό και να καταλαβαίνει πως δεν γίνονται ως εκ θαύματος τα γλυπτά που υπάρχουνε παντού. Υπάρχει ιδρώτας, υπάρχει κούραση, υπάρχει σκέψη, υπάρχουν πολλά πράγματα. Και πάνω από όλα, μας βοηθάει και πόσο κοντά μας έρχεται ο κόσμος. Θέλω να σημειώσω πως καμιά φορά η παρουσία του κόσμου αλλάζει την έμπνευση. Ανάλογα με τη μεταχείριση που έχουμε. Για παράδειγμα, η αδιαφορία εμένα προσωπικά με ενοχλεί, γιατί εγώ δεν δουλεύω με σχέδια, προσχέδια, δουλεύω κατευθείαν πάνω στο μάρμαρο. Και χωρίς να ξέρω η αδιαφορία βγαίνει και αποτυπώνεται πάνω στο γλυπτό με διάφορους τρόπους, ακόμα και στην έκφραση. Και όταν το έργο ολοκληρώνεται, φτιάχνεται μια ιστορία αμέσως. Ανάλογα με τη συμπεριφορά και κυρίως με τη φιλοξενία, που εδώ ήτανε εκπληκτική.Το πολύ ενδιαφέρον είναι πως έρχονται συνέχεια άνθρωποι να δουν το έργο και δεν χρειάζεται να τους πεις τίποτα για αυτό, ειδικά στα παιδιά. Τι να πω σε ένα πιτσιρίκι; Πριν προλάβω να πω οτιδήποτε, θα τα έχει πει όλα αυτό. Έρχονται, λοιπόν, συνέχεια άνθρωποι και λένε τις δικές τους ιστορίες, που είναι καταπληκτικές! Δηλαδή φαντάζονται πράγματα, αλλά τελείως ονειρικά. Ενώ οι μεγάλοι, όχι μόνο το εκλογικεύουνε, αλλά βγάζουν και το δικό τους χαρακτήρα πάνω εκεί. Ίσως και γιατί είναι τέτοια η δουλειά μου, που μπορεί ο καθένας να βγάλει αυτό που αισθάνεται. Είναι ο καθρέπτης αυτού που βλέπει, από το πιο ωραίο έως το πιο χυδαίο πράγμα.

Σχέση καλλιτέχνη – θεατή

Απόσπασμα αφήγησης από την εικαστική έκθεση "Κέντρο - Απόκεντρο"
Θεωρώ πως η αξία ενός έργου έγκειται στον τρόπο που συνδυάζει αφήγηση και άποψη. Και επειδή η τέχνη έχει πολλές μορφές, υπάρχουν και πολλές γλώσσες. Ο κάθε καλλιτέχνης, μέσα από τη γλώσσα και την τεχνική που έχει αναπτύξει, μπορεί να εκφραστεί. Αντίστοιχα, ο κάθε θεατής μπορεί να δει ένα έργο με διαφορετικούς τρόπους και να το συνδέσει με δικά του πράγματα, δικές του παραστάσεις ή αναμνήσεις. Αυτό που με βασανίζει πάντα σχετικά με την αξία ενός έργου, είναι το αν μπορεί αυτό να δημιουργήσει έναν κόσμο καλύτερο, ή να πετύχει το σκοπό του. Για παράδειγμα, αν μια έκθεση που χλευάζει το Προάστιο μπορεί να προτείνει ένα οικιστικό μοντέλο αποδεκτό από περισσότερο κόσμο. Ή αν απλώς εκφράζει την λύπη μας για τη ροή της ζωής. Σε κάθε περίπτωση, δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών για ό,τι συμβαίνει γύρω μας, ούτε μπορούμε να ζήσουμε μόνοι μας. Ο «φευγάτος» παραμένει μειοψηφία και εκούσια απομονωμένος. Ζητάει και αυτός την αποδοχή από την πλειοψηφία που πριν σνόμπαρε. Και αυτό γιατί όλοι έχουμε ανάγκη από επικοινωνία, από μια διαντίδραση με τους άλλους.

Κέντρο ή απόκεντρο

Απόσπασμα αφήγησης από την εικαστική έκθεση "Κέντρο - Απόκεντρο"
Εγώ είμαι παιδί του Νέου Κόσμου. Αλλά πάντα είχα την εμπειρία του χωριού. Ωστόσο, αυτά τα δύο, την πόλη και το χωριό, τα θεωρούσα ως κάτι χωριστό. Τα προάστια τα έβλεπα ως κάτι αρνητικό, ως ημίμετρο: ούτε πόλη, ούτε χωριό. Όταν μεγάλωσα, άρχισε να μου αρέσει το γεγονός πως τα προάστια είναι λίγο από το ένα και λίγο από το άλλο. Όμως σήμερα δεν μου αρέσει ο τρόπος που αυτά αναπτύσσονται. Κυρίως η αντίφαση πως ενώ όλοι τα επιλέγουν για να είναι πιο κοντά στη φύση, ξαφνικά γεμίζουν πολυκατοικίες. Τελικά καταλήγω πως αν κάνω οικογένεια θα επιλέξω να μείνω είτε στην επαρχία, σε ένα μέρος που να είναι πράγματι διαφορετικό από την πόλη, είτε στο Κέντρο, έτσι ώστε να μην υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ κατοικίας και δουλειάς.

Είμαι άνθρωπος του κέντρου

Απόσπασμα αφήγησης από την εικαστική έκθεση "Κέντρο - Απόκεντρο"
Όταν ήρθαμε στην Άνοιξη δεν υπήρχαν πολλά σπίτια. Μου άρεσε να ανεβαίνω στο βουνό για να βλέπω την Αθήνα και τα λουλούδια που άνθιζαν γύρω-γύρω. Στα 18 μου πέρασα στο πανεπιστήμιο, στην Αθήνα. Τότε νοίκιασα μια γκαρσονιέρα σε μια πολυκατοικία στα Εξάρχεια. Δεν θα ξεχάσω την ευχαρίστηση που ένοιωθα όταν άκουγα τα κουταλοπίρουνα από τα διπλανά διαμερίσματα! Από εκεί που βρισκόμουν στην απομόνωση της Άνοιξης, άρχισα στο Κέντρο να βλέπω, ή καλύτερα να ακούω, τη ζωή των άλλων. Μετά από χρόνια, γύρισα στο προάστιο. Και αυτό λόγω των παιδιών μου. Στην αρχή δεν μου άρεσε, αναπολούσα το Κέντρο. Τώρα αρχίζω να το συνηθίζω. Ωστόσο, είμαι άνθρωπος του Κέντρου. Μου αρέσει η φασαρία του.

Η παλιά και η νέα γειτονιά

Απόσπασμα αφήγησης από την εικαστική έκθεση "Κέντρο - Απόκεντρο"
Ήρθα στην Αθήνα 6 χρονών, από τη Σάμο όπου γεννήθηκα. Αρχικά, μείναμε στο Κέντρο, στο Γκάζι. Η περιοχή τότε ήταν γεμάτη οίκους ανοχής, είχε το εργοστάσιο του φυσικού αερίου και κατοικούσαν, επίσης, πολλοί γύφτοι. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ήταν Κέντρο, έβλεπες μπετόν. Το 1975, το σχολείο που πήγαινα γκρεμίστηκε και μας στείλανε σε ένα άλλο, στην Πλατεία Καραϊσκάκη. Για να πάμε εκεί περνάγαμε από το Μεταξουργείο, μέσα από τους οίκους ανοχής. Όμως όλα αυτά τα αρνητικά, τότε δεν μου φαινόταν τόσο αρνητικά. Όταν στα 17 μου ήρθαμε στην Πεύκη, όπου μένω μέχρι σήμερα, το θεώρησα φοβερό προάστιο! Ωστόσο, λόγω των πολλών πολυκατοικιών ένοιωσα σε αυτό το απόκεντρο το μπετόν με τόσο αρνητικό τρόπο που δεν το είχα νοιώσει στο Κέντρο, στο Γκάζι.

Οι δύο όψεις των πραγμάτων

Απόσπασμα αφήγησης από την εικαστική έκθεση "Κέντρο - Απόκεντρο"
Εγώ θα σας αφηγηθώ ένα μύθο. Αφορά μια χωριάτισσα που για χρόνια κουβαλούσε νερό από τη βρύση του χωριού της με δύο στάμνες. Η μια στάμνα ήταν γερή και μπορούσε να τη γεμίσει μέχρι πάνω. Η δεύτερη ήταν χαλασμένη και στο δρόμο χυνόταν κάτω το μισό νερό. Κάποια στιγμή, η χαλασμένη στάμνα ζήτησε συγνώμη από την χωριάτισσα που δεν μπορούσε να κουβαλήσει παρά την μισή ποσότητα. Τότε η χωριάτισσα της λέει: «ναι, αλλά από την πλευρά που κρατάω εσένα ο δρόμος είναι γεμάτος λουλούδια!». Η ιστορία αυτή μας δείχνει τη διαφορετική όψη των πραγμάτων. Το ίδιο συμβαίνει και με ένα έργο τέχνης. Ο καθένας το βλέπει από τη δική του σκοπιά.

Η σύλληψη της στιγμής

Απόσπασμα αφήγησης από την εικαστική έκθεση "Κέντρο - Απόκεντρο"
Η ιστορία που θα σας αφηγηθώ αφορά σε ένα έργο μου, το πιο σκούρο και σκοτεινό αυτής της έκθεσης. Ένα βράδυ γύρισα στο σπίτι, πήρα τη φωτογραφική μου μηχανή και ξεκίνησα για το σταθμό του ηλεκτρικού στην Καλλιθέα. Είχα αποφασίσει να τον φωτογραφίσω μια συγκεκριμένη ώρα. Περίμενα να πέσει του σούρουπο και να φύγει ο πολύς κόσμος, έτσι ώστε οι φωτογραφίες να εκφράζουν αυτό που αισθανόμουν. Μετά από λίγο καιρό ο σταθμός ξηλώθηκε και στη θέση του δημιουργήθηκε ένας νέος. Τότε συνειδητοποίησα πως πολλά πράγματα που έχω κάνει άλλαξαν. Αυτό βέβαια δεν μου δημιουργεί πάντα λύπη. Κάποιες φορές οι αλλαγές μου δημιουργούν χαρά. Για παράδειγμα, δίπλα από το σπίτι μου υπήρχε ένα μικρό σπιτάκι. Είχα ζωγραφίσει πολλές φορές το σημείο του ορίζοντα προς εκείνη την κατεύθυνση. Κάποια στιγμή, παρατήρησα πως είχε αλλάξει κάτι σε αυτό το σπιτάκι. Μου φάνηκε πιο περιποιημένο και πιο ζωντανό. Έβλεπα ανοικτά τα παράθυρα, απλωμένα ρούχα από έξω… Τι είχε γίνει; Η ηλικιωμένη γυναίκα που έμενε στο σπίτι είχε πεθάνει. Ο γιος της παντρεύτηκε και έκανε οικογένεια. Το γεγονός αυτό έδωσε πνοή στο σπιτάκι, το οποίο γνώρισε έτσι καλύτερες μέρες. Παρατηρώ, λοιπόν, πως ζωγραφίζω κάτι και μετά αυτό αλλάζει. Και είναι αυτό που μου αρέσει: να συλλαμβάνω μια στιγμή που θα αλλάξει και να την αποθανατίσω.